Απροσδοκητη Συναντηση

Μεθυσμένος ξανά. Για τον ίδιο λογο,για το ιδιο προσωπο. Για τον ανεκπληρωτο ερωτα που τον στοιχειωνε εδω και 6 μηνες. Κοιταξε την ωρα απο το κινητο του. Ειχε παει 4.10. Ειχε ξεφυγει πολυ με το ποτο και επρεπε να εχει γυρισει ηδη σπιτι του. Το αρνιοταν με το ιδιο πεισμα που αρνειται ενα παιδι να κοιμηθει «με τις κοτες». Φοβοταν εκεινη την αισθηση που ειχε οταν ηταν λιγο πιωμενος, πως εχει αποκτησει συγκατοικο στην γκαρσονιερα του. Πριν λιγες ωρες, τολμησε να το εκμυστηρευτει στον Φανη, τον καλυτερο του φιλο,αλλα εκεινος απαξιωσε τις φοβιες του, εξηγωντας τες με την στυγνη λογικη του. Εκεινος ομως, δεν ηταν ανθρωπος που σκεφτεται και τοσο με την λογικη, αλλα περισσοτερο με το θυμικο, το συναισθημα. Γι αυτο αλλωστε δεν βρισκοταν και αποψε σε αυτο το μπαρ? Γιαυτο δεν ειχε γινει παλι κομματια? Ανοιξε ξανα το κινητο του, ψαχουλευοντας τα μηνυματα του. Διαβασε ξανα ενα λιτο και απεριττο κειμενο που του ξεκοβε πως δεν θα αποκτουσε ποτε αυτο που τοσο ποθουσε και αγαπησε, σε ερωτικο τουλαχιστον επιπεδο. Η Σμαραγδα δεν ηθελε να τον ξαναδει, και σιγουρα, αυτη η επιθυμια της θα γινοταν απολυτως σεβαστη απο Εκεινον που οριζει τις τυχες ολων μας. Σιγουρα ο Φανης δεν επρεπε να τον αφησει μονο του εκεινο το βραδυ.αλλα προτιμησε να κανει το πιο βολικο, να εμπιστευτει τις διαβεβαιωσεις του φιλου του, οτι «ειναι καλα» και οτι θα φτασει «με ασφαλεια στο σπιτι».

Πηρε τον δρομο της επιστροφης ,διαλεγοντας το σκοτεινοτερο δυνατο μονοπατι, εχοντας να διανυσει περιπου 15 λεπτα πεζος, μεχρι το κατωφλι του σπιτιου του. Ενα σπιτι του οποιου μεχρι πριν λιγο καιρο,απολαμβανε την θαλπωρη, αλλα τωρα…βλεπεις…αυτος ο συγκατοικος του, ειχε αρχισει να γινεται πολυ ενοχλητικος. Ασε που ακομα δεν ειχε καταφερει να τον συναντησει! Μονο τον ακουγε στο σαλονι να βηματιζει νευρικα, οταν εκεινος επεφτε στο κρεβατι για υπνο, η να σκαλιζει μεσα στην κουζινα,τα πιατα και ψυγειο, να κανει ζημιες.Και πολλους θορυβους. Καθε φορα που σηκωνοταν να του ζητησει τον λογο ομως,ο κυριος προλαβαινε και κρυβοταν! Λακιζε..Ασε δε, που ειχε και την υποψια οτι μπορει να ηταν και ο αδερφος της Σμαραγδας, που του αρεσε να του σκαρωνει πλακες και να τον τρομαζει! Συνηθως ,αν ειχε υπερβει τα 2 μπουκαλια ουισκυ, πιστευε οτι ακουγε την ιδια την Σμαραγδα να παιρνει το μπανιο της στην στενη του ντουζιερα, ετοιμαζοντας τον εαυτο της λιγο πριιν παραδωθει στην αγκαλια του, για βραδυνο υπνο, η οτι αλλο ηθελε προκυψει.

Με αυτες τις σκεψεις, κοντευε να φτασει ηδη,σχεδον τρεκλιζοντας μεχρι το σπιτι του.Προλαβε δε, να παρατηρησει πως οι δρομοι ηταν απολυτως ερημοι. Ξημερωματα Τεταρτης, σιγουρα δεν ηταν και η καταλληλοτερη χρονικη συγκυρια για καποιον να βγει και να διασκεδασει. Απλα αυτη απολυτη ερημια, του προκαλουσε μια ανατριχιλα, και του θυμιζε ολο και περισσοτερο πως,εκει που χρειαζεται να ειναι μονος, στο ιδιο του το σπιτι,δεν θα ειναι!

Με τα πολλα, βρεθηκε να στεκεται με το κλειδι στο χερι, μπροστα στην πορτα του σπιτιου του. Ξεροκαταπιε οταν λιγο πριν ακουμπησει το κλειδι στην κλειδαρια, ακουσε εναν συνεχομενο βομβο απο το εσωτερικο του σπιτιου. Γνωριμος, οικειος ηχος, απο το παρελθον, απο τα παιδικα του χρονια. Φευγαλεα αστραψε μεσα στο μυαλο του η αναμνηση του παππου του, που προσπαθουσε να συνδεσει για πρωτη φορα τηλεοραση ,και να την συντονισει. Η ωμη πραγματικοτητα που αντικρυσε ανοιγοντας την πορτα, του εκοψε τα ποδια, τσακιζοντας την νοσταλγικοτητα της αναμνησης του. Το μυαλο του καηκε σε μια στιγμη. Η τηλεοραση ,τοποθετημενη ακριβως στο υψος της πορτας, στο βαθος του σπιτιου, ηταν ανοικτη, προβαλοντας τα γνωστα «χιονια», ενος μη συντονισμενου καναλιου. Και επειτα, διεκρινε στο ημιφως, αναμεσα σε εκεινον και στην τηλεοραση, καποιον που θα μπορουσε να ειναι ο περιβοητος, κρυφος συγκατοικος του. Βεβαια.. Υπηρχε καποιος εκει! Καποιος που παρακολουθουσε με νοσηρο ενδιαφερον τα παρασιτα της εικονας, σαν να εχει απορροφηθει απο καποιο ντοκυμαντερ που προβαλει μια κοινωνια σκουλικιων. Την αναπαραγωγη, την δομη, την ζωη τους. Ο συγκατοικος (ο ξενος?), δεν εξεπλαγη καθολου απο την παρουσια του. Για την ακριβεια, δεν εστρεψε ουτε το κεφαλι του προς τα πισω, για να τον αντικρυσει. Δεν θα θυσιαζε ουτε ενα δευτερολεπτο παρακολουθησης αυτων των τοσο δραστηριων σκουλικιων για να αντικρυσει καποιον που γνωριζε τοσο καλα.Ηταν ξεκαθαρα μαγεμενος. Αλλα ποιος τελικα ειναι αυτος ο ανθρωπος??

Προσπαθωντας να μην κανει θορυβο, κινηθηκε πισω απο την πλατη του. Το σωμα του συγκατοικου, παρεμεινε ασαλεφτο. Το κεφαλι του, στραμμενο στην τοσο ενδιαφερουσα, σχεδον μεθυστικη μονοτονια της οθονης. Σε λιγο θα μπορουσε να δει για πρωτη (?) φορα το πρσωπο του. Τα μαλλια, η κοψια του παντως, εμοιαζε οικεια σε εκεινον. Τον ειχε ξαναδει, και σιγουρα δεν ηταν τελικα ο αδερφος της Σμαραγδας. «Γιατι δε κουνιεται?» Αναρωτηθηκε, με την καρδια του να χτυπαει δυνατοτερα τωρα. Μια αρχικη ταση ανησυχιας, αρχισε να μετατρεπεται σε κυριαρχικο τρομο,καθως βιωνε κατι ολοκληρωτικα ανεξηγητο. «Ε,ποιος εισαι?» Τωρα ,με κινηση αργη σαν του φιδιου, μπορεσε να φτασει σχεδον σε σημειο που μπορουσε να διακρινει το προφιλ του. Τα ματια του επεσαν πανω στην ουλη του σαγονιου του. Πανομοιοτυπο σουβενιρ με αυτο που τον προικησαν οι γιατροι, μετα απο μια πτωση με το ποδηλατο του οταν ηταν 8 ετων. Εστρεψε το βλεμμα του στην τηλεοραση. Μικρα «σκουλικια» πασχιζαν να βγουν απο την οθονη, ενω ταυτοχρονα καποια αλλα, επεστρεφαν ραθυμα μεσα σε αυτην. «Η τρελαινομαι η βλεπω ονειρο». Τα σκουλικια, σχηματιζαν μια γραμμη διπλης κατευθυνσης, που ενωνε την τηλεοραση,το τραπεζακι της, το πατωμα, τον καναπε, και το κορμι του «συγκατοικου».

Ηθελε να δει τα ματια του. Ηθελε να δει ποιος ηταν αυτος ο ανθρωπος. Τι δουλεια ειχε εκει. Γιατι δεν κουνιεται, γιατι δεν μιλαει, τι παρακολουθει! Πηδηξε μπροστα του και αντικρυσε τον εαυτο του,σε μια εικονα βγαλμενη απο το μελλον. Απο το παρα πολυ εγγυς μελλον. Τα θορυβωδη παρασιτα, τρεφονταν βουλιμικα απο τα ματια του,ενω κατασπαραζαν και τα τελευταια κομματια του μυ της γλωσσας του. Το στομα του, εχασκε μισανοιχτο, σε ενα αποκοσμο, φιλοξενο χαμογελο για τους παραδοξους συνδαιτημονες τους, οι οποιο παρεμπιπτοντως δεν ενδιαφερονταν καθολου για το μισοτελειωμενο γευμα του, που ηταν παρατημενο στο μπρατο του διπλου καναπε του. Στο φεγγος και στο τρεμοπαιγμα της οθονης, ειδε φρικιαστικες λεπτομερειες που δολοφονησαν οριστικα την λογικη του. Λεπτομερειες που θα τον στοιχωναν για την υπολοιπη ζωη του,δηλαδη για 1-2 ωρες ακομα, στην καλυτερη των περιπτωσεων. Τροφαντα σκουλικια, εξερχονταν απο τα βαθη του λαιμου του, παιρνοντας τον δρομο της επιστροφης στην εδρα τους. Ενα ασυντονιστο τηλεοπτικο καναλι. Καποια αλλα, στην προσπαθεια τους να παρακαμψουν τον συνωστισμο και τον αναλεητο ανταγωισμο, ανοιγαν με ζηλο και στοχοπροσηλωση τρυπες στα μαλακα σημεια του δερματος του προσωπου του,στα μαγουλα και στα χειλη του. Καποια αλλα, επειχειρουσαν πεινασμενα να ροκανισουν το μετωπιαιο οστο, ενω επισης προλαβε να παρατηρησει, ελειπαν μεγαλα κομματια απο τα μισα τουλαχιστον δαχτυλα των χεριων του.

 

Εκλεισε την τηλεοραση γρηγορα, και του φανηκε σαν να ακουσε ουρλιαχτα, καπου μεσα, απο το βαθος της εικονας που για λιγα κλασματα του δευτερολεπτου,αρνιοταν να συναινεσει στην καταστολη της αλλα αναγκαστηκε να υποκυψει. Χλιαδες παρασιτα εγκλωβιστηκαν εξω απο το καταφυγιο τους σε μια στιγμη. Αρχισαν να σερνονται αργα και σταθερα προς το μερος του, σαν ορκισμενους για εκδικηση στρατιωτες,εναντιον του εχθρου. Για μια τελευταια, αντικρυσε στα κλεφτα, το ιδιο το κουφαρι του, το ιδιο του το σωμα, ακατοικητο και βαναυσα βεβηλωμενο. Ετρεξε στο δωματιο του και διπλοκλειδωσε την πορτα, προσπαθωντας να αποκρουσει τον εφιαλτη.Ξαπλωσε εξαντλημενος στην κλινη του, γνωριζοντας κατα βαθος οτι ξαποσταινει στο νεκροκρεβατο του. Η λογικη και οι δυναμεις του, τον εγκατελειψαν την ιδια στιγμη. Παραδωθηκε σε εναν προδοτικο υπνο, την ιδια στιγμη που οι ορδες των πεινασμενων εθχρων εισχωρουσαν στην κρυψωνα του απο την χαραμαδα της πορτας.

Βρεθηκε το επομενο πρωι απο την Σμαραγδα, χωρις ματια, χωρις γλωσσα,χωρις χειλη, στο ιδιο ακριβως σημειο που ξαπλωσε λιγο πριν ξημερωσει. Εκεινη,σοκαρισμενη, κρατουσε ακομα στο χερι της μια βαλιτσα και στην καρδια της ενα «συγγνωμη», οταν κατεθετε στην αστυνομια που εφτασε επι τοπου. Αποχωρωντας, παρατηρησε ποσο παραδοξα καθαρο ηταν το σαλονι του. Θα περιμενε να τον εχει φαει η σκονη, απο τοτε που εκεινη διαλεξε να διαλυσει την συγκατοικηση τους για τα ματια ενος αλλου αντρα. Λιγο πριν φτασει στην εξωπορτα, τα ματια της επεσαν πανω στην παλια τους τηλεοραση. Εκεινη, που φιλοξενουσε ολες τις ομορφες ταινιες που παρακολουθουσαν αγκαλιασμενοι στον διπλο καναπε τους, τρωγοντας ποπ κορν και αδειαζοντας μπουκαλια κοκα κολα. Αναλογιζομενη την συναισθηματικη της αξια, αποφασισε , σαν φορο τιμης, να την παρει και να την κρατησει.

Το ιδιο βραδυ, θα εβλεπε μοναχη της, σε αυτην την τηλεοραση, την τελευταια της ταινια. Σαν να ηταν μαζι. Σαν να μην ειχε περασει ουτε μια μερα απο τοτε.

 

 

Read more "Απροσδοκητη Συναντηση"